Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Δράση: Οι θέσεις για το περιβάλλον του κόμματος "Δράση"


Θέσεις περιβαλλοντικής πολιτικής και πολιτικής αστικού σχεδιασμού


Κείμενα πολιτικών κατευθύνσεων σαν αυτό, συνηθίζεται να απαριθμούν μια σειρά από «αρχές», «κριτήρια» και «θέματα» τα οποία ο εκάστοτε πολιτικός φορέας ορίζει ως προτεραιότητες του προγράμματός του. Τα κείμενα αυτά όμως κινδυνεύουν να μετατραπούν σε κάποιου είδους πολιτικό ευχολόγιο από τη στιγμή που απουσιάζουν ή ασθενούν οι δυνατότητες υλοποίησής τους στην πράξη.
Για το λόγο αυτό, παρότι δεν παραγνωρίζουμε την ανάγκη για διατύπωση «αρχών», «κριτηρίων» και «θεμάτων προτεραιότητας» αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε μια διαφορετική προσέγγιση. Τα προβλήματα περιβάλλοντος στην Ελλάδα κατά κύριο λόγο είναι προβλήματα κακοδιοίκησης ή διοικητικής ανεπάρκειας. Τα επί μέρους θεματικά αντικείμενα (διαχείριση απορριμμάτων, πρόληψη / έλεγχος ρύπανσης, διαχείριση οικοσυστημάτων, διαχείριση φυσικών πόρων, προώθηση βιώσιμης παραγωγής και κατανάλωσης, προώθηση πράσινης ανάπτυξης, κτλ...) και οι τεχνικές τους πτυχές προσδιορίζονται εν πολλοίς από κοινού με τα άλλα Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ισότιμη συμμετοχή της χώρας μας στις ευρωπαϊκές διεργασίες διαβούλευσης και η πρακτική αντιμετώπισή τους σε εθνικό επίπεδο απαιτούν μια ισχυρή, ικανή και ανοιχτή δημόσια διοίκηση που έχει επίγνωση της αποστολής της, θέτει σαφείς προτεραιότητες και είναι σε θέση να τις φέρει σε πέρας είτε μόνης της, είτε κινητοποιώντας ευρύτερες δυνάμεις, είτε εποπτεύοντας αποτελεσματικά τη λειτουργία άλλων εξωτερικών φορέων. Έτσι, προτάσσουμε τις εξής αναγκαιότητες για την αποτελεσματική εφαρμογή μιας περιβαλλοντικής πολιτικής και μιας πολιτικής αστικού σχεδιασμού:
Α. Διάκριση και καθορισμός αρμοδιοτήτων μεταξύ διαφορετικών επιπέδων διοίκησης (κάθετα) και μεταξύ υπουργείων και κρατικών υπηρεσιών (οριζόντια)
Λαμβάνοντας υπόψη τα εξής:
Λογοδοσία:   Ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει ποιος έχει την ευθύνη και να αποφεύγεται η διάχυση / διασπορά ευθυνών για το ίδιο αντικείμενο σε πολλούς φορείς. Με το σημερινό καθεστώς, πολλοί έχουν τίτλους και κανείς δεν έχει την ευθύνη. Ο φορέας που είναι υπεύθυνος για το σχεδιασμό μιας πολιτικής πρέπει να είναι και υπεύθυνος για την εφαρμογή της (όχι το ένα επίπεδο διακυβέρνησης να δείχνει το άλλο).
Επίσης, γύρω από κάθε δημόσια αρχή εκ των πραγμάτων δημιουργούνται ομάδες πίεσης οι οποίες εκπροσωπούν διαφορετικά συμφέροντα και αντιλήψεις. Η βέλτιστη πολιτική προκύπτει μόνο όταν δίνεται ίση δυνατότητα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων σε όλες τις διαφορετικές φωνές / συμφέροντα. Είναι σημαντικό αυτές οι διαφορετικές φωνές να εκφράζονται μέσα / γύρω από διαφορετικές δημόσιες αρχές. Δεν μπορεί π.χ. η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος να εκφράζεται μαζί με τα δημόσια έργα γιατί μοιραία, η φωνή ενός εκ των δύο πόλων θα υποταχθεί στην άλλη... Κατά την ίδια λογική, είναι επικίνδυνο η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος να εκφράζεται μαζί με την ενεργειακή πολιτική. Η νέα κατανομή αρμοδιοτήτων του Υπ. Περιβάλλοντος εμπεριέχει το ίδιο ρίσκο με την προηγούμενη, ανεξάρτητα από τις όποιες καλές προθέσεις της σημερινής ηγεσίας του ή της σημερινής κυβέρνησης.
Για το λόγο αυτό, προτείνεται η κάτωθι κατανομή ευθυνών και αρμοδιοτήτων:
Ο Ρόλος και οι Αρμοδιότητες του Υπουργείου Περιβάλλοντος - Χωροταξίας
  • Προστασία Φυσικού Περιβάλλοντος («αμυντικός ρόλος»)
     
  • Καθορισμός προστατευόμενων ειδών και οικοσυστημάτων
     
  • Καθορισμός & Διαχείριση προστατευόμενων περιοχών
     
  • Προστασία φυσικών πόρων (αέρας, νερά, έδαφος) με έμφαση σε πολιτικές πρόληψης της ρύπανσης.
     
  • Επίβλεψη του Σώματος Επιθεωρητών Περιβάλλοντος
     
  • Προώθηση πολιτικών που θα καταστήσουν το φυσικό περιβάλλον ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της χώρας μας και θα «χτίζουν» πάνω σ’ αυτό («επιθετικός ρόλος»)
     
  • Προώθηση πράσινης επιχειρηματικότητας,
     
  • Προώθηση φιλικών προς το περιβάλλον προϊόντων και υπηρεσιών (π.χ. Τουρισμός, Συστήματα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, βιολογικά προϊόντα).
     
  • Υποβοήθηση άλλων υπουργείων, δημόσιων και ιδιωτικών φορέων, δήμων και περιφερειών (π.χ. χρηματοδοτικά ή πιλοτικά προγράμματα) στη χάραξη πολιτικών, στο «πρασίνισμα» των δράσεων και πρωτοβουλιών τους.
     
  • “Χωροταξία” (εθνικός – περιφερειακός σχεδιασμός)
     
  • Διαμόρφωση περιβαλλοντικών πολιτικών που συναποφασίζονται στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή γενικά σε διεθνές επίπεδο. Η εφαρμογή των πολιτικών αυτών γίνεται κατά προτίμηση σε επίπεδο αυτοδιοίκησης με το Υπουργείο να υποβοηθά στην διάδοση, κατανόηση και εφαρμογή τους, συνεργαζόμενο με το ΥΠΕΣΔΔΑ.
Ο Ρόλος και οι Αρμοδιότητες του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης & Αυτοδιοίκησης
  • Συνδετικός κρίκος της κεντρικής κυβέρνησης με την αυτοδιοίκηση
     
  • Χρηματοδότηση δράσεων εκσυγχρονισμού της λειτουργίας της Αυτοδιοίκησης
     
  • Παρατηρητήριο της Αυτοδιοίκησης (καταγράφει και δημοσιοποιεί στοιχεία για τον κάθε δήμο / νομαρχία / περιφέρεια)
     
  • Επιβλέπει σχέδια αστικής ανάπτυξης / πολεοδομικά - ρυθμιστικά... τα οποία καταρτίζονται και τίθενται σε εφαρμογή από τους δήμους [ανάγκη συνταγματικής τροποποίησης καθώς στο παρελθόν σχέδια ακυρώθηκαν γι’ αυτό το λόγο από το Συμβούλιο της Επικρατείας]
     
  • Υποβοηθά την Αυτοδιοίκηση στην εφαρμογή εθνικών πολιτικών σε συνεργασία με άλλα συναρμόδια Υπουργεία.
(για αναλυτικότερα βλ. παράγραφο Β 5.12)
Η Δημόσια Διοίκηση και η σχέση της με τα θέματα περιβάλλοντος και σχεδιασμού
Όπως προαναφέρθηκε, τα προβλήματα περιβάλλοντος και σχεδιασμού σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με την ικανότητα της δημόσιας διοίκησης να θέτει προτεραιότητες, συγκεκριμένους στόχους και να επιβλέπει την εφαρμογή προγραμμάτων και δράσεων.
Οι φορείς της διοίκησης που ασχολούνται με περιβαλλοντικά θέματα είναι υποβαθμισμένοι και συχνά δίνουν την εντύπωση ότι υπάρχουν απλά και μόνο εξ’ ανάγκης. Αυτή τη στιγμή η αναλυτική βάση της περιβαλλοντικής πολιτικής μας είναι από ισχνή έως τυχαία και ασαφής. Κατά κύριο λόγο ακολουθούμε τους στόχους που διαμορφώνονται από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με καλύτερη διοίκηση, χωρίς να γνωρίζουμε πάντα με βεβαιότητα τα πραγματικά συμφέροντά μας ή / ούτε τον βέλτιστο τρόπο προώθησής τους. Δεν συντάσσονται μελέτες για τις οικονομικές επιπτώσεις της κάθε εναλλακτικής πολιτικής ούτε για τον καθορισμό και την ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Η χρήση οικονομικών εργαλείων για την επίτευξη περιβαλλοντικών στόχων είναι περιορισμένη. Για να μπορεί η Ελλάδα να συμμετέχει ισότιμα στις Ευρωπαϊκές διαδικασίες διαβούλευσης αλλά και να καταρτίζει και να εφαρμόζει τη δική της, εθνική, περιβαλλοντική πολιτική θα πρέπει να υπάρχει μια ισχυρή διοίκηση (με όλα όσα αυτό προϋποθέτει και συνεπάγεται) που να ξέρει τι θέλει και να μπορεί να το προωθήσει σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Προτείνουμε οι φορείς της διοίκησης που ασχολούνται με το περιβάλλον  να γίνουν πρώτοι αυτοί το πεδίο εφαρμογής κάθε είδους πολιτικών που έχουν να κάνουν με τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης, την εισαγωγή διοικητικών καινοτομιών και την αποτελεσματική λειτουργία του κράτους.
Ενδεικτικά παραδείγματα:
  • Εφαρμογή του Κοινού Πλαισίου Αξιολόγησης ( για επεξηγήσεις βλ. Γ ) σε όλους τους σχετικούς φορείς, ξεκινώντας από το Υπ. Περιβάλλοντος (αυτή και μόνο θα αρκούσε καθώς θα οδηγούσε σταδιακά σε όλα τα υπόλοιπα)
     
  • Εφαρμογή Ανάλυσης Κανονιστικών Επιπτώσεων για κάθε νέο νομοθέτημα
     
  • Θεσμοθέτηση διαδικασιών ουσιαστικής διαβούλευσης για κάθε πρωτοβουλία, πέραν του ελαχίστου που απαιτείται από διεθνείς συμβάσεις και ευρωπαϊκές οδηγίες.
     
  • Πιστοποίηση διοικητικών διαδικασιών και υπηρεσιών (ISO, EMAS, κτλ) με βάση τις ανάγκες που θα προκύψουν από την εφαρμογή του Κοινού Πλαισίου Αξιολόγησης
     
  • Στέγαση όλων των υπηρεσιών του Υπ. Περιβάλλοντος σε ένα νέο εμβληματικό, βιοκλιματικό κτήριο (ή συγκρότημα κτηρίων), κοντά σε σταθμούς Μ.Μ.Μ. και εγκατάλειψη των δεκάδων, διάσπαρτων, ακατάλληλων και πανάκριβα ενοικιαζόμενων γραφείων του (που επιπλέον αποτρέπουν την καλλιέργεια συναντίληψης και συμπόρευσης των διαφόρων υπηρεσιών...) .
     
  • Εισαγωγή δυνατοτήτων τηλε-εργασίας και τηλε-διάσκεψης για αποφυγή περιττών μετακινήσεων και εν γένει εξοικονόμηση δαπανών.
Αρχές Περιβαλλοντικής Πολιτικής
Το φυσικό περιβάλλον της χώρας μας είναι ένα από τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα στο επίπεδο της Ευρώπης. Πάνω του βασίζονται ο τουρισμός, εν πολλοίς η γεωργία και η αλιεία ενώ και αρκετοί κλάδοι της βιομηχανίας στους οποίους άμεσα ή έμμεσα η εικόνα του περιβάλλοντος της χώρας έχει θετική ή αρνητική αντανάκλαση (π.χ βιομηχανία τροφίμων, καλλυντικών, κτλ...). Χρειάζεται ωστόσο να ξεφύγουμε από μια στείρα και συντηρητική / αμυντική προσέγγιση «προστασίας» και να πάμε σε μια προσέγγιση «ολοκληρωμένης διαχείρισης». Εκεί πρέπει να εστιάσει ο «επιθετικός» ρόλος του Υπουργείου Περιβάλλοντος.
Μέσα από το πρίσμα της βιώσιμης (διατηρήσιμης) ανάπτυξης η επιβάρυνση του περιβάλλοντος συνιστά συχνά και κατασπατάληση οικονομικών πόρων. Η δε επιβάρυνση αυτή πέφτει πάνω στο σύνολο της κοινωνίας αδιακρίτως. Άρα, είναι απαραίτητο να προωθηθεί η εφαρμογή των αρχών «ο ρυπαίνων πληρώνει» και «ο χρήστης πληρώνει». Έως τώρα γίνεται λεκτική αναφορά σε αυτές αλλά στην πράξη συχνά συμβαίνει το αντίθετο (π.χ. «ο ρυπαίνων... πληρώνεται», με επιδοτήσεις από το Υπ. Ανάπτυξης προς βιομηχανίες για αγορά εξοπλισμού απορρύπανσης).
Η βελτίωση της ποσότητας και ποιότητας της περιβαλλοντικής πληροφόρησης είναι απαραίτητη για τον καλύτερο σχεδιασμό της περιβαλλοντικής πολιτικής (λήψη αποφάσεων βάσει δεδομένων και όχι βάσει του... ενστίκτου του εκάστοτε πολιτικού προϊστάμενου) αλλά και για λόγους διαφάνειας, δικαιοσύνης και ποιότητας της δημοκρατίας μας. Με αυτή τη λογική είναι απαραίτητο η νέα Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, με καθεστώς συνταγματικά κατοχυρωμένης Ανεξάρτητης Αρχής, να συλλέγει και να δημοσιοποιεί δεδομένα όχι μόνο οικονομικής φύσης αλλά και γεωγραφικά και περιβαλλοντικά δεδομένα, όπως κάνουν και άλλες αντίστοιχες αρχές. Σ'αυτή τη λογική, κρίνονται μεταξύ άλλων ως θέματα προτεραιότητας η ολοκλήρωση του Κτηματολογίου, η ταχεία κατάρτιση Δασολογίου και η υιοθέτηση, τακτική μέτρηση και δημοσιοποίηση Δεικτών Βιωσιμότητας, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία που ήδη δραστηριοποιείται σε αυτόν τον τομέα.
Η περιβαλλοντική πολιτική θα πρέπει να πάψει να βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη λήψη διοικητικών μέτρων (απαγορεύσεις, περιορισμοί, πρόστιμα) που έχουν και μεγάλο κόστος εφαρμογής αλλά θα πρέπει να συμπληρωθεί με την κατάλληλη χρήση οικονομικών εργαλείων που αξιοποιούν τη λειτουργία της αγοράς για την «αυθόρμητη» προσαρμογή της συμπεριφοράς πολιτών και επιχειρήσεων. Κυρίαρχο ρόλο, με μεγάλο αναπτυξιακό δυναμικό, θα μπορούσε να παίξει μια πράσινη, δημοσιονομικά ουδέτερη, φορολογική μεταρρύθμιση, στα πλαίσια της οποίας θα αντικατασταθούν οι αντι-αναπτυξιακές φορολογικές επιβαρύνσεις επί του εισοδήματος και επί της εργασίας με φόρους επί της ενέργειας, της χρήσης πρώτων υλών και της κάθε είδους περιβαλλοντικής επιβάρυνσης.
Βιώσιμη (ή «αειφόρος» ή «διατηρήσιμη») Ανάπτυξη
Ο όρος δεν αφορά μόνο στο φυσικό περιβάλλον, όπως λανθασμένα ή εσκεμμένα συχνά αναφέρεται, αλλά και στον οικονομικό και στον κοινωνικό τομέα. Για να θυμηθούμε τον συχνότερο ορισμό της, «βιώσιμη είναι εκείνη η ανάπτυξη που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παρόντος χωρίς να θυσιάζει την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες».
Υπό αυτό το πρίσμα, αντιτίθενται στην έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης:
  • μια οικονομική πολιτική που διαρκώς διογκώνει το δημόσιο χρέος, του οποίου η αποπληρωμή θα απομυζά όλο και περισσότερους πόρους και θα χρεωθεί στις μελλοντικές γενιές.
     
  • μια πολιτική για το ασφαλιστικό που έχει οδηγήσει τα ασφαλιστικά ταμεία στο όριο της χρεοκοπίας με αποτέλεσμα να μην υπάρχει μελλοντικά η δυνατότητα καταβολής συντάξεων.
     
  • ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δε δίνει στους αποφοίτους του τα απαραίτητα εφόδια για να μπορέσουν να σταθούν αυτάρκεις και δυνατοί στην παγκόσμια αγορά εργασίας αλλά αντιθέτως τους περιθωριοποιεί και τους κατευθύνει σε μια αδιέξοδη ημιμάθεια.
     
  • μια πολιτική περιβάλλοντος που αφήνει τα μεγάλα αστικά κέντρα να πνίγονται στην ατμοσφαιρική ρύπανση, τις συνέπειες της οποίας θα πληρώσει το σύστημα υγείας στο μέλλον.
Άρα, υπάρχει ανάγκη για μια ολοκληρωμένη προσέγγιση της βιώσιμης ανάπτυξης, με μακροπρόθεσμη στόχευση που θα διαπερνά τη λειτουργία ολόκληρης της διοίκησης, θα κατευθύνεται από το Γραφείο του Πρωθυπουργού και θα είναι στενά συνδεδεμένη με την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού.
Β.   Θέσεις και Προτάσεις Δράσεων
Δράση σημαίνει ενέργεια. Καθημερινά ενεργούμε μέσα σε ένα περιβάλλον που παραλάβαμε από τις προηγούμενες γενιές και θα παραδώσουμε στις επόμενες.
Η πολιτική μας αποσκοπεί στην προστασία και τη βελτίωση αυτού του περιβάλλοντος στο πλαίσιο μιας αειφόρου ανάπτυξης, έτσι ώστε οι ανάγκες της παρούσας γενιάς να καλύπτονται χωρίς να υποθηκεύεται η ικανότητα των επόμενων γενεών να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες.
Μια τέτοια πολιτική στηρίζεται στην αρχή της προληπτικής δράσης, της ανάληψης διορθωτικών ενεργειών στην πηγή, στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» και στην ορθολογική αξιοποίηση των φυσικών πόρων.
Ο στόχος είναι μέσω της προώθησης αειφόρων προτύπων κατανάλωσης και παραγωγής να αποσυνδεθεί επιτέλους η οικονομική μεγέθυνση από την υποβάθμιση του περιβάλλοντος.
Σημειωτέον πως για την Ευρωπαϊκή Ένωση η έννοια της προστασίας του περιβάλλοντος και της αειφορίας αποτελούν βασικές πολιτικές επιλογές. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα που από την μία δεν έχει την επιβάρυνση μιας μεγάλης βιομηχανικής παραγωγής και από την άλλη ως τουριστικός προορισμός βασίζεται στο φυσικό της περιβάλλον, ως συγκριτικό πλεονέκτημα, αποτελεί αυτονόητη επιλογή η υιοθέτηση αυστηρών κανόνων προστασίας του, ενδεχομένως και σε μεγαλύτερο βαθμό από άλλα κράτη-μέλη.
Ακολουθούν προτάσεις σε σχέση με τις εξής θεματικές ενότητες:
  1. Δάση-περιοχές φυσικού πλούτου
  2. Θαλάσσιο περιβάλλον
  3. Νερό
  4. Διαχείριση στερεών αποβλήτων  
  5. Αστικό περιβάλλον-χωροταξία
  6. Αγροτική ανάπτυξη
  7. Ενέργεια
1. Δάση-περιοχές φυσικού πλούτου
Η προστασία των ειδών χλωρίδας και πανίδας, καθώς και των οικοσυστημάτων τους αλλά και γενικότερα του φυσικού χώρου αποτελεί επένδυση για το μέλλον της χώρας. Η αξία της βιοποικιλότητας, ειδικά της ελληνικής που είναι από τις πλέον σημαντικές στην ΕΕ-27, αναδεικνύεται αν αναλογιστεί κανείς ότι αφορά όλες τις ζωτικές λειτουργίες του πλανήτη και τις υπηρεσίες που η φύση προσφέρει. Τα υγιή οικοσυστήματα αποδίδουν ξεκάθαρα οφέλη που αποτελούν βάση για την οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ευμάρεια, ενώ η απώλεια βιοποικιλότητας υποβαθμίζει τις υπηρεσίες που παρέχουν τα φυσικά οικοσυστήματα. Ένα υγιές οικοσύστημα μπορεί να ανταπεξέρχεται καλύτερα στις αλλαγές του περιβάλλοντος και να διατηρεί τις ισορροπίες, ειδικά εν όψει των δυσμενών συνθηκών που ήδη διαμορφώνει η κλιματική αλλαγή.
  • Επίσπευση και ολοκλήρωση κατάρτισης δασολογίου. Δημόσια ανακοίνωση δεσμευτικού χρονοδιαγράμματος προς αυτό το σκοπό, για ολόκληρη την επικράτεια. Οριστικός και αμετάκλητος χαρακτηρισμός μιας έκτασης ως δασικής ανεξαρτήτως της μορφής που θα λάβει στο μέλλον εξαιτίας φυσικής εξέλιξης ή ανθρώπινης παρέμβασης.
     
  • Όπου το δάσος κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικό, όπως π.χ. εντός ή γύρω από επιβαρυμένες περιβαλλοντικά περιοχές, τότε, αν αυτό ανήκει σε ιδιώτη ή ιδιωτικό οργανισμό, η ιδιοκτησία θα απαλλοτριώνεται υπέρ του Δημοσίου.
     
  • Δημιουργία ενός και μοναδικού φορέα διαχείρισης δασών (π.χ. Δασική Υπηρεσία), ώστε να εξαλειφθούν φαινόμενα σύγχυσης αρμοδιοτήτων και διάχυσης ευθυνών. Αφαίρεση αρμοδιοτήτων από φορείς που δεν έχουν τα μέσα και το μέγεθος να ανταποκριθούν (όπως οι ΟΤΑ).  Άλλωστε οι πυρκαγιές έχουν συχνά υπερτοπικό χαρακτήρα, απαιτώντας ως εκ τούτου κεντρικό σχεδιασμό για την αντιμετώπισή τους. Άλλοι φορείς -καθώς και οι ομάδες εθελοντών δασοπυροσβεστών- θα δρουν επικουρικά.
     
  • Ενεργοποίηση του κέντρου επιχειρήσεων όπου θα παρακολουθούνται δορυφορικά οι περιοχές όπου η πιθανότητα εκδήλωσης πυρκαγιάς είναι υψηλή, καθώς και η εξέλιξη της φωτιάς εάν αυτή εκδηλωθεί.
     
  • Εκπόνηση μελετών πάνω σε πιθανά σενάρια εξέλιξης μιας πυρκαγιάς βάσει των χαρακτηριστικών βλάστησης και εδάφους κάθε περιοχής σε συνδυασμό με τις πιθανές διαφοροποιήσεις των καιρικών συνθηκών. Κατόπιν, σχεδιασμός προτύπων αντιμετώπισης της φωτιάς για κάθε ενδεχόμενο σενάριο, καθώς και πρακτική εκπαίδευση και ασκήσεις ετοιμότητας πάνω στα πιο πιθανά εξ αυτών.
     
  • Κατασκευή έργων υποδομής που βοηθούν στην αντιμετώπιση των πυρκαγιών, όπως αντιπυρικές ζώνες, δασικοί δρόμοι, υδατοδεξαμενές, υδατοστόμια, μονοπάτια, καθώς και συστήματα αυτόματης πυρόσβεσης.
     
  • Αναδάσωση με ανθεκτικότερα στη φωτιά είδη δέντρων, ενδεχομένως και σταδιακή αντικατάσταση της υπάρχουσας βλάστησης κατά μήκος συγκεκριμένων ζωνών.   
     
  • Κατασκευή και βελτίωση πυροφυλακίων και θέσεων παρατήρησης.
     
  • Περιπολίες από το στρατό, κατόπιν σύντομης εκπαίδευσης των οπλιτών σε θέματα πυρκαγιών, σε όλες τις ύποπτες για εκδήλωση φωτιάς περιοχές καθ’ όλη τη διάρκεια της αντιπυρικής περιόδου.
     
  • Χρηματοδότηση όλων των παραπάνω δράσεων (και) από ένα πράσινο ταμείο, όπου θα συγκεντρώνονται πόροι, μεταξύ άλλων, από τη φορολόγηση ενεργειών που επιβαρύνουν το περιβάλλον. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η επιβολή σε μόνιμη βάση προστίμου για κάθε αυθαίρετο που έχει κριθεί κατεδαφιστέο και έως ότου πραγματοποιηθεί η κατεδάφιση.
     
  • Προτεραιότητα, κατά τη διάρκεια πυρκαγιάς, στη διάσωση ανθρώπινων ζωών και νόμιμων περιουσιών όχι όμως και των αυθαιρέτων εις βάρος του δάσους.
     
  • Καθορισμός των δραστηριοτήτων που θα επιτρέπονται εντός του δάσους. Η ανθρώπινη δραστηριότητα εντός των δασών δεν θα πρέπει να χαρακτηρίζεται εκ προοιμίου εχθρική προς την προστασία των δασών. Έχει αποδειχτεί ότι η ανθρώπινη παρουσία μέσα στα δάση, είτε ως αναψυχή (ορειβατικοί σύνδεσμοι, δασικά τουριστικά συγκροτήματα, χειμερινά σπορ, κλπ.), είτε ως επαγγελματική απασχόληση (μελισσοκόμοι, ξυλοκόποι, κλπ.) προστατεύουν το δάσος και τον χαρακτήρα του.
     
  • Η παραγωγή έμμεσων αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, όπως η αισθητική αξία, η αναψυχή, η καταπολέμηση της απερήμωσης, ο έλεγχος της διάβρωσης, η ανάπτυξη του τουρισμού, η προστασία της βιοποικιλότητας, η βελτίωση του κλίματος κ.τ.λ. πρέπει να επικρατήσουν ως κύριοι στόχοι στη διαχείριση των δασικών πόρων στη χώρα μας, ενώ η παραγωγή ξυλείας πρέπει να καταστεί δευτερεύον στόχος. Είναι ευνόητο ότι για την εφαρμογή τέτοιων προγραμμάτων, η επένδυση κεφαλαίων και ανθρώπινου δυναμικού είναι πολύ σημαντική και καθοριστική.
     
  • Καθορισμός περιοχών φυσικού πλούτου εκτός των δασικών και θέσπιση κανόνων προστασίας τους. Ζώνες φυσικού πλούτου είναι και οι ελαιώνες (για παράδειγμα της Άμφισσας ή της Καλαμάτας), είναι και τα ξερά βουνά των κυκλαδίτικων νησιών, είναι και η τοπογραφία ενός ξερού χειμάρρου. Δεν είναι λιγότερο τραγική η καταστροφή ενός υπεραιωνόβιου ελαιώνα από την καταστροφή ενός πευκοδάσους. Ειδικά σημεία τοπογραφίας που κάνουν μοναδικό έναν τόπο είναι πολύ σημαντικό να ενταχθούν μέσα στην λογική της προστατευμένης φύσης, ακόμα και εάν πρόκειται για αστικό περιβάλλον. Και φυσικά θα πρέπει να αλλάξει ο τρόπος προστασίας των μνημείων. Όπως στη Γαλλία, όπως ακόμα και στην Κύπρο, θα πρέπει να θεσπιστούν ζώνες γύρω από το κάθε μνημείο (φυσικό ή τεχνικό) που να προστατεύουν και οπτικά την εικόνα του μνημείου. Κύρωση και εφαρμογή των προβλέψεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Τοπίο του Συμβουλίου της Ευρώπης.
2. Θαλάσσιο περιβάλλον
  • Η αναγκαιότητα της προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος προκύπτει ως επιστημονική, νομική και ηθική υποχρέωση. Οι δραστηριότητες της ναυτιλίας εμπίπτουν πλέον σε ένα σύγχρονο και διαρκώς διαμορφούμενο θεσμικό πλαίσιο που απαρτίζεται από νέους νομοθετικούς κανονισμούς, που στοχεύουν στην ασφάλεια και την προστασία του περιβάλλοντος. Οι απαιτήσεις του διεθνούς εμπορίου και οι αναπτυξιακοί στόχοι των ναυτιλιακών επιχειρήσεων σε συνδυασμό με τις σύγχρονες περιβαλλοντικές επιταγές, διαμορφώνουν ένα πολύπλοκο και αντιφατικό, αρκετές φορές, τοπίο, που απαιτεί προσαρμογές τόσο σε στρατηγικό, όσο και σε οργανωτικό και διαχειριστικό (management) επίπεδο από τις επιχειρήσεις.
     
  • Υιοθέτηση των ευρωπαϊκών πρακτικών και ενσωμάτωση και εφαρμογή στην πράξη του νομικού πλαισίου σχετικά με την αντιμετώπιση των απειλών για το θαλάσσιο περιβάλλον και την παράκτια ζώνη.
     
  • Ολοκλήρωση του καταλόγου θαλασσίων περιοχών Natura 2000, δημιουργία θαλάσσιων προστατευμένων περιοχών και επικαιροποίηση και ενίσχυση του εθνικού σχεδίου πρόληψης και καταπολέμησης της θαλάσσιας ρύπανσης.
Απειλές για το θαλάσσιο περιβάλλον
  • οι επιπτώσεις της αλλαγής του κλίματος
     
  • η εμπορική αλιεία - υπεραλίευση
     
  • η έκχυση πετρελαίου - πετρελαιοκηλίδες
     
  • η εισαγωγή αλλοχθόνων ειδών
     
  • ο ευτροφισμός και η συνακόλουθη αύξηση επιβλαβών πληθυσμιακών εξάρσεων του φυτοπλαγκτού
     
  • η ρύπανση του θαλάσσιου νερού και πυθμένα
     
  • η μόλυνση από επικίνδυνες ουσίες
     
  • η μικροβιολογική ρύπανση
Το πλαίσιο των ευρωπαϊκών οδηγιών για τα παραπάνω είναι πολύ προωθημένο και η εφαρμογή του πρέπει να αποτελέσει μείζονα στόχο της αντίστοιχης εθνικής πολιτικής που θα πρέπει 
  • να επιτύχει την καλή οικολογική ποιότητα των υδατικών πόρων,
     
  • να επιτύχει την καλή περιβαλλοντική κατάσταση των θαλασσών του,
     
  • να εφαρμόσει την ολοκληρωμένη διαχείριση των παράκτιων ζωνών και να
     
  • αντιμετωπίσει τους κινδύνους πλημμυρών.
Απειλές για την παράκτια ζώνη
  • η παράκτια διάβρωση
     
  • η καταστροφή ενδιαιτημάτων
     
  • η απώλεια βιολογικής ποικιλότητας
     
  • η μόλυνση/ρύπανση  χερσαίων και υδατικών πόρων
     
  • η μείωση της ποσότητας των επιφανειακών και υπόγειων υδατικών πόρων
3. Νερό
Το νερό ως φυσικός πόρος εν ανεπαρκεία: Παρά το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία αναφέρεται πλέον ξεκάθαρα στην ανάγκη οικολογικής διαχείρισης των υδάτινων πόρων, σε επίπεδο μάλιστα λεκάνης απορροής, στην Ελλάδα ενίοτε χρησιμοποιούμε το νερό σαν να ήταν ανεξάντλητος πόρος. Στόχος της ΔΡΑΣΗΣ είναι η αποκατάσταση, βιώσιμη διαχείριση και προστασία των υδάτινων πόρων, ζήτημα που αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία εν’ όψει της κλιματικής αλλαγής. Συγκεκριμένες επείγουσες προτεραιότητες είναι η εξής:
  • Καταγραφή της υφισταμένης κατάστασης των υδάτινων πόρων της χώρας με βάση και τα όσα προβλέπονται στην Οδηγία-Πλαίσιο 2000/60.  Αναλυτικά απαιτείται εξέταση της ποιοτικής κατάστασης των υδάτων (υπόγεια-επιφανειακά), έλεγχος για πλημμύρες, ξηρασίες, διάβρωση εδάφους, ερημοποίηση, παρακολούθηση των προστατευόμενων περιοχών και αντιμετώπιση θεμάτων που αφορούν σε διασυνοριακά νερά – διακρατικά προβλήματα – διασυνοριακή ρύπανση.
     
  •  Άμεση παύση όλων των μεγαλεπήβολων, αλλά καταστροφικών και ασύμφορων έργων εκτροπής ποταμών, όπως τα έργα στον Αχελώο και τα σχέδια για τον Αώο.
     
  • Αναβάθμιση και επέκταση υποδομών επεξεργασίας υγρών αποβλήτων και αστικών λυμάτων για όλους τους οικισμούς και τις βιομηχανικές περιοχές.
     
  • Δημιουργία εθνικού νομοθετικού πλαισίου επαναχρησιμοποίησης της τελικής εκροής από υποδομές επεξεργασίας λυμάτων για άρδευση, εμπλουτισμό υπόγειων υδροφορέων και διατήρηση περιαστικού πρασίνου.
     
  • Εφαρμογή ολοκληρωμένων σχεδίων δράσης για την οικολογική αποκατάσταση υποβαθμισμένων υδάτινων οικοσυστημάτων, όπως η Κορώνεια, ο Πηνειός και ο Ασωπός, με πρόβλεψη για (υποχρεωτική;) μετεγκατάσταση των ρυπαινουσών μονάδων σε αντίστοιχους οργανωμένους υποδοχείς.
     
  • Σύνδεση όλων των οικιακών αποβλήτων στο δίκτυο ομβρίων υδάτων. Για τα υφιστάμενα εκτός σχεδίου κτήρια υποχρέωση εγκατάστασης σηπτικού βόθρου και αυτόνομης μικρής μονάδας επεξεργασίας αποβλήτων.
     
  • Αναπροσαρμογή του τρόπου τιμολόγησης του αρδευτικού νερού –που αντιπροσωπεύει το 86% του καταναλισκόμενου ύδατος- έτσι ώστε η τιμή του να αντανακλά καλύτερα το συνολικό (οικονομικό και οικολογικό) κόστος του και να αποθαρρύνεται η κατασπατάλησή του.
     
  • Αυστηρός έλεγχος όλων των παράνομων γεωτρήσεων προκειμένου να αποφεύγεται περαιτέρω υποβάθμιση των υπόγειων υδάτων.
     
  • Εφαρμογή ανάλυσης κόστους-οφέλους στην επιλογή των επιδοτούμενων καλλιεργειών, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το κόστος που εμπεριέχει η άρδευση υδροβόρων καλλιεργειών.
4.Διαχείριση στερεών αποβλήτων
Βασικός στόχος της εθνικής πολιτικής διαχείρισης στερεών αποβλήτων πρέπει να είναι η μέγιστη δυνατή μείωση του όγκου τους. Απαιτείται να τεθούν γενναίοι ποσοτικοί στόχοι με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, προς αυτή την κατεύθυνση. Προώθηση της μείωσης, επαναχρησιμοποίησης και ανακύκλωσης υλικών (‘3R’) με αυτή την ιεραρχική σειρά. Με βάση την κοινοτική νομοθεσία για τη διαχείριση στερεών αποβλήτων πρέπει να προωθηθεί η μεγιστοποίηση της ανακύκλωσης (και κομποστοποίησης) ώστε στους χώρους ταφής να καταλήγουν μόνο υπολείμματα.
  • Επικαιροποίηση και εφαρμογή Εθνικού Σχεδιασμού Διαχείρισης  Στερεών  Αποβλήτων.  
     
  • Διαχείριση κατ’ αρχήν σε επίπεδο πόλης αλλά και μητρόπολης και εθνικό όπου απαιτείται, με τον κατάλληλο σαφή διαχωρισμό αρμοδιοτήτων.
     
  • Καταγραφή  και  αξιολόγηση της υφιστάμενης  κατάστασης
     
  • Ανάλυση  νομοθετικού  και θεσμικού πλαισίου
     
  • Ανάλυση και αξιολόγηση  ευρωπαϊκών πρακτικών διαχείρισης αποβλήτων
     
  • Εναλλακτικά σενάρια διαχείρισης αποβλήτων σε εθνικό επίπεδο - Αξιολόγηση
     
  • Κεντρική οργάνωση για την υλοποίηση - παρακολούθηση - έλεγχο της διαχείρισης στερεών μη επικινδύνων αποβλήτων
     
  • Προτάσεις για ενημέρωση - ευαισθητοποίηση των εμπλεκομένων  μερών και όλων των πολιτών
     
  • Οικονομική ανάλυση
     
  • Σύνταξη Τεχνικών Προδιαγραφών Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων Τεχνολογίες και συστήματα  διαχείρισης αποβλήτων
     
  • Βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές (‘ΒΑΤ’)
     
  • Αποτίμηση της μέχρι σήμερα πορείας της ανακύκλωσης και πρόταση για το μέλλον
Ενδεικτικές πιθανές πολιτικές σε εθνικό επίπεδο:
  • Υποχρέωση κάθε δήμου να καταρτίσει δημοτικό σχέδιο διαχείρισης αστικών αποβλήτων που θα συνάδει με τις κατευθύνσεις του εθνικού σχεδιασμού (πχ. κοστολόγηση σκουπιδιών βάσει όγκου, διαχωρισμός τελών καθαριότητας από τα γενικότερα δημοτικά τέλη, υποχρέωση δημοσίευσης σχετικών οικονομικών καταστάσεων)
     
  •  Άμεση συσχέτιση της οποιασδήποτε χρηματοδότησης κάθε δήμου με την ύπαρξη και εφαρμογή του ανωτέρω σχεδίου
     
  • Υποχρεωτική συμμετοχή στην ανακύκλωση με διαχωρισμό στην πηγή από τις κρατικές υπηρεσίες.
     
  • Υιοθέτηση αυστηρότατων και ξεκάθαρων εθνικών προδιαγραφών, που θα βασίζονται στις ανωτέρω αναφερόμενες ‘ΒΑΤ’, για την κατασκευή και χωροθέτηση των Χώρων Υγειονομικής Ταφής Υπολειμμάτων.
Κατάρτιση και εφαρμογή Εθνικού Σχεδιασμού Διαχείρισης Επικινδύνων Αποβλήτων με βάση τις προδιαγραφές της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
Β5    Αστικό Περιβάλλον - Χωροταξία - Αστικός Σχεδιασμός
  • Απλοποίηση της πολεοδομικής νομοθεσίας. Το νομοθετικό πλαίσιο που αφορά στην οικοδομική δραστηριότητα στην Ελλάδα είναι πολύπλοκο και αντιφατικό, γεγονός που οδηγεί σε εκπτώσεις στην ποιότητα των έργων και ατιμωρησία. Αντίστοιχα προβλήματα επιφέρει η ύπαρξη πολλών διαφορετικών συστημάτων δημοπρατήσεων μελετών και κατασκευής δημοσίων έργων.
     
  • Πλήρης καθορισμός αρμοδιοτήτων ανάμεσα σε υπουργεία, περιφέρειες και νομαρχίες και αποφυγή επικάλυψης αρμοδιοτήτων και αποφάσεων.
     
  • Πιστοποίηση των έργων από εξειδικευμένες αυτόνομες εταιρίες που προηγουμένως έχουν οι ίδιες πιστοποιηθεί. Το παραπάνω αποτελεί συνήθη πρακτική σε διάφορες χώρες της Ε.Ε., έτσι ώστε να αποφεύγεται ο ίδιος φορέας (υπουργείο, περιφέρεια, ΟΤΑ, στρατός) να είναι ταυτόχρονα ο κύριος του έργου-εργοδότης και ο ελεγκτής-επιβλέπων.
     
  • Ανασύσταση εξ’ αρχής των πολεοδομιών. Οι αρμοδιότητές τους αφορούν κυρίως α) στον πολεοδομικό σχεδιασμό, β) τον έλεγχο και την έκδοση πολεοδομικών αδειών και γ) τον έλεγχο των αυθαίρετων κατασκευών. Αυτές οι τρεις λειτουργίες πρέπει να αλλάξουν χέρια, να διαχωριστούν και να λειτουργήσουν ανεξάρτητα ακόμα και υπό μορφή μη κερδοσκοπικών οργανώσεων ή υπηρεσιών οργανωμένων πολιτών μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με αιρετά μέλη.
     
  • Υποβολή και διακίνηση των φακέλων των έργων ηλεκτρονικά και ανάθεση σε εταιρία μηχανής διαδικτυακής αναζήτησης για την κωδικοποίηση των πληροφοριών, έτσι ώστε ο κάθε πολίτης να έχει εύκολη πρόσβαση στα αρχεία καθιστάμενος ο ίδιος ελεγκτής των υπηρεσιών που προσφέρει η πολιτεία.
     
  • Θέσπιση κανόνων και υποχρεώσεων των ιδιοκτητών ώστε να σταματήσει το φαινόμενο της απαξίωσης ιδιωτικών κτηρίων 30 και 40 ετών, όταν στο δυτικό κόσμο κτήρια τεσσάρων και πέντε αιώνων συντηρούνται σε άριστη κατάσταση διατηρώντας την αξία τους.
     
  • Ολοκλήρωση του Κτηματολογίου καθώς επίσης και του αντίστοιχου των Δημοσίων Γαιών. Απαραίτητο είναι επίσης να θεσπιστεί ο μηχανισμός της συνεχούς επικαιροποίησής του.
     
  • Μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων για όλα τα μεγάλα δημόσια έργα από ανεξάρτητους φορείς. Τα μεγάλα έργα έχουν συνήθως και αναπόφευκτα σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, αυτό όμως δε συνεπάγεται ότι θα εξαιρούνται της υποχρέωσης για εκπόνηση σχετικών μελετών λόγω επίκλησης της αναγκαιότητάς τους.
     
  • Κατασκευή μεγάλων δημόσιων έργων με παραχώρηση. Προτείνεται η επεξεργασία ενός συστήματος παρακολούθησης αντιστοίχων έργων από εταιρείες ή οργανισμούς με εμπειρία πάνω σε αυτό. Τέτοιοι οργανισμοί υπάρχουν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και πρόκειται πολλές φορές για εταιρείες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Η επιφόρτιση της δημόσιας διοίκησης με αυτό το ρόλο θα είχε καταστροφικά αποτελέσματα.
     
  • Μέριμνα για τη συμμετοχή της χώρας στα πανευρωπαϊκά και διηπειρωτικά δίκτυα σε σχέση με υποδομές μεταφορών και τηλεπικοινωνιών. Έως τώρα βλέπουμε τα έργα αυτά ως Τεχνικά ενώ είναι και έργα προβολής και έργα εικαστικής παρέμβασης στο περιβάλλον. Η προστασία του περιβάλλοντος απαιτεί να αντιμετωπίσουμε και αυτά τα έργα ως Ανθρώπινη επέμβαση σε σημαντικότατα οικοσυστήματα.  Να τα δούμε επίσης και ως μια ευκαιρία να προβάλουμε αυτά τα οικοσυστήματα προς τα έξω.
     
  • Αποκέντρωση μέσω ενίσχυσης μεγάλων περιφερειακών αστικών κέντρων. Η ενίσχυση πολύ μικρών πόλεων και απομακρυσμένων περιοχών, αν αυτές δεν μπορούν να στηρίξουν αυτοτροφοδοτούμενη ανάπτυξη, δεν έχει νόημα. Επιπλέον, καθίσταται επιζήμια, όταν υιοθετούνται στρεβλές πρακτικές, όπως η χωροθέτηση ενός στρατοπέδου ή ενός πανεπιστημίου όχι με κριτήρια αμυντικής ή εκπαιδευτικής πολιτικής, αλλά στήριξης της τοπικής οικονομίας. Αντίθετα, η ενίσχυση ολιγάριθμων πόλεων με δυνατότητες ενδογενούς ανάπτυξης (Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ηράκλειο, Λάρισα, Βόλος) μπορεί να οδηγήσει σε ένα πρότυπο πολύ-πολικής ανάπτυξης αποφορτίζοντας την πρωτεύουσα. Ένας τρόπος να επιτευχθεί η ανάπτυξη τέτοιων πόλεων είναι η μεταφορά σε αυτές υπηρεσιών του Δημοσίου που εκτελούνται ηλεκτρονικά και ως εκ τούτου δεν απαιτείται χωρική εγγύτητα με τα κέντρα αποφάσεων.
     
  • Οι ελληνικές πόλεις δεν παρέχουν το επίπεδο ζωής που απολαμβάνουν οι πολίτες άλλων δυτικών χωρών. Βασικός λόγος γι’ αυτό είναι η μάταιη προσπάθεια συγκεντρωτικής διαχείρισης των βασικών θεμάτων των πόλεων από την κεντρική κυβέρνηση με αποτέλεσμα τη θεσμική και διοικητική υπανάπτυξη της αυτοδιοίκησης. Θα πρέπει να υπάρξει δραστική αλλαγή πορείας και μια ουσιαστική εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας (subsidiarity principle) όπως έχει προκύψει δια μέσω του χρόνου και έχει γίνει δεκτή στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης (Ευρωπαϊκή Χάρτα Τοπικής Αυτοδιοίκησης):  
Αν κάτι μπορεί να γίνει από μία οργάνωση μικρότερη, απλούστερη και πιο αποκεντρωμένη (πιο κοντά στον πολίτη) δεν επιτρέπεται να γίνεται από μια οργάνωση μεγαλύτερη, πολυπλοκότερη και πιο κεντρική (και άρα πιο μακριά από τον πολίτη).
1. Τροποποίηση Συντάγματος για δυνατότητα Ανάθεσης Αρμοδιοτήτων Σχεδιασμού στην Τοπική Αυτοδιοίκηση
2. Σύνδεση της χρηματοδότησης των δήμων / ΟΤΑ με ορισμένες βασικές προϋποθέσεις λειτουργίας τους (εφαρμογή Κοινού Πλαισίου Αξιολόγησης – Common Assessment Framework*, ύπαρξη ρυθμιστικού σχεδίου-ολοκληρωμένου  σχεδίου ανάπτυξης, ύπαρξη και εφαρμογή σχεδίου διαχείρισης απορριμμάτων, ελάχιστοι κανόνες συμμετοχής και διαφάνειας,...).
3. Θεσμοθέτηση δυνατότητας τοπικών δημοψηφισμάτων και επιβολής τοπικής φορολογίας.

4. Σκοπός της πολιτικής πρέπει να είναι η ενδυνάμωση του πολίτη: Περισσότερη διαφάνεια και ευκαιρίες συμμετοχής στην αντιμετώπιση / επίλυση των καθημερινών του προβλημάτων. Αξιοποίηση νέων τεχνολογιών και ήδη υπαρκτών και χρησιμοποιούμενων εργαλείων προς αυτό το σκοπό.
5. Αποφυγή εμπλοκής της κεντρικής διοίκησης  στην επίλυση του κάθε τοπικού προβλήματος (πράγμα ούτως ή άλλως ανέφικτο) αλλά προώθηση δομών και ευκαιριών συμμετοχής από τον ίδιο τον πολίτη και ενθάρρυνση του υγιούς ανταγωνισμού, αλλά και της συνεργασίας, μεταξύ των δήμων.
6. Ταυτόχρονα, ανάγκη ταχύτερης απονομής δικαιοσύνης για αποτροπή αυθαιρεσιών από τοπικές αρχές (διοικητικό ζήτημα).
  • Ειδικά για μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Πάτρα – Ηράκλειο – Ιωάννινα – Λάρισα...) θα πρέπει να εξεταστεί η δημιουργία ανεξάρτητων οργανισμών με ρόλο συμβουλευτικό προς τις αρμόδιες τοπικές αρχές. Αυτή τη στιγμή ο Οργανισμός Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας και ο Οργανισμός Ρυθμιστικού Σχεδίου Θεσσαλονίκης είναι πλήρως απονευρωμένοι και υποβαθμισμένοι, λειτουργώντας ως απλές υποδιευθύνσεις του Υπ. Περιβάλλοντος, χωρίς καμία δυνατότητα αυτόνομης λειτουργίας και δραστηριοποίησης. Εναλλακτικά θα μπορούσε να εξεταστεί η δυνατότητα θεσμοθέτησης μακροχρόνιων αναπτυξιακών συμβούλων για κάθε δήμο, δηλ. εταιρειών που θα συνεργάζονται με τις υπηρεσίες του δήμου στα πλαίσια μιας μακροχρόνιας σχέσης για την κατάρτιση, εφαρμογή και παρακολούθηση των αναπτυξιακών σχεδίων του.
     
  • Θέσπιση νέου οργανωτικού σχήματος διοίκησης  στο Λεκανοπέδιο Αττικής.  Η Αττική οφείλει να βρει μια διοικητική μορφή που να καλύπτει όλη την έννοια της μεγάλης μητρόπολης.  Πρώτη δράση θα πρέπει να είναι η συρρίκνωση των 70  και πλέον  ΟΤΑ ,που αποτελούν σήμερα πόλεις-κράτη μέσα στο χαοτικό κράτος του Λεκανοπεδίου της πρωτεύουσας (Νομαρχίες, Περιφέρεια, Υπερ-νομαρχία, Υπουργεία, Φορείς)  Να συσταθεί / επιλεγεί λοιπόν ένας Οργανισμός [πιθανώς ανεξάρτητος] που θα έχει ευθύνες χωροταξίας, διαχείρισης και χρηματοδότησης των μέτρων που απαιτούνται.
     
  • Προώθηση πολιτικών που θα αποθαρρύνουν την –επιζήμια για το περιβάλλον– διαρκή εξάπλωση των πόλεων προς τα προάστια («urban sprawl») και αντιθέτως θα κατατείνουν στη δημιουργία συμπαγών πόλεων, εξοπλισμένων όμως με εκείνα τα στοιχεία και τα δίκτυα που θα κάνουν τη ζωή στην πόλη άνετη και ευχάριστη (βλ. 5.16, 5.17)
     
  • Ενίσχυση και υποβοήθηση των δήμων (ή ενώσεων γειτονικών δήμων) για την προώθηση της βιώσιμης κινητικότητας στις πόλεις (κατασκευή δικτύων πεζοδρόμων - ποδηλατοδρόμων - γραμμικών πάρκων, ενίσχυση δικτύων μαζικών μεταφορών, κτλ.).  Καθορισμός ζωνών στο κέντρο της Αθήνας, όπου θα επιτρέπεται πρόσβαση μόνο σε πεζούς, ποδηλάτες, ΜΜΜ και οχήματα τροφοδοσίας εκτός των ωρών λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών
     
  • Ενίσχυση και υποβοήθηση των δήμων στη δημιουργία δικτύων πάρκων και ελεύθερων χώρων, λαμβάνοντας υπ’ όψιν κριτήρια κοινωνικής δικαιοσύνης και μέγιστης εξυπηρέτησης του πληθυσμού.
     
  • Θεσμική κατοχύρωση ζωνών προστασίας με σαφή και ξεκάθαρη οριοθέτηση στους περιαστικούς ορεινούς όγκους των μεγάλων αστικών κέντρων.
     
  • Οριοθέτηση της εκτός σχεδίου οικοδομικής δραστηριότητας με κριτήρια ιδιωτικής πολεοδόμησης και ανάπτυξης κυττάρων αστικής φύσης. Η επέκταση της εκτός σχεδίου δόμησης δεν οδηγεί πουθενά.  Θα πρέπει να καταλάβουμε πως και το πιο μικρό σπίτι σήμερα, και το πιο μικρό συγκρότημα οποιασδήποτε χρήσης αποτελεί ένα εν δυνάμει αναπτυσσόμενο αστικό σύνολο (αυτό τουλάχιστον αποδεικνύεται καθημερινά) και οφείλει να έχει τα σύγχρονα χαρακτηριστικά αυτού.  Θα πρέπει να μιλήσουμε εδώ για διαχείριση ενέργειας, ακαθάρτων, απορριμμάτων, υγρών αποβλήτων, νερού πόσιμου και ποτίσματος, κλπ. Κατά συνέπεια κάθε κατασκευή εκτός σχεδίου θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ιδιωτική πολεοδόμηση η οποία θα δίνει και τις αντίστοιχες λύσεις στη διαχείριση των παραπάνω.  Δεν πρέπει το κράτος να φοβάται όρους με αμφιλεγόμενη ίσως προϊστορία και με κακό νομικό πλαίσιο.  Αντιθέτως οφείλει να εκσυγχρονίζει και να οργανώνει ό,τι αφορά ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα και να διερευνά την προβολή αυτής της δραστηριότητας στο μέλλον.
Προτάσεις για τη Μητροπολιτική Περιοχή Αθήνας
  • Απόσυρση του σχεδίου «Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας»  και έναρξη διαδικασίας επεξεργασίας νέου.
     
  • Κατασκευή νέων γραμμών μετρό ως προτεραιότητα αντί για επέκταση των υφιστάμενων.
     
  • Απόσυρση του σχεδίου Π.Δ. για τον Υμηττό, το οποίο ενέκρινε ο ΟΡΣΑ τον Αύγουστο 2009. Άμεση έναρξη διαδικασίας σχεδιασμού νέου Π.Δ. για τη δημιουργία «Εθνικού Πάρκου» με σαφείς ζώνες προστασίας.
     
  • Χωροθέτηση δημοσίων υπηρεσιών με πολυάριθμο προσωπικό εκτός του ιστορικού κέντρου με σκοπό την αποσυμφόρησή του αλλά και  επανεγκατάσταση μονίμων κατοίκων σε αυτό, ώστε να αντιστραφεί η πορεία υποβάθμισης του και η αύξηση της εγκληματικότητας.
     
6. Αγροτική Ανάπτυξη 

Αγροτικές Ενισχύσεις

Οι αγροτικές επιδοτήσεις έχουν αποσυνδεθεί πλέον από την παραγωγή των προϊόντων και χρησιμεύουν για τη διατήρηση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για όσους ζουν σε αγροτικές περιοχές. Στη βάση της λογικής αυτής είμαστε υπέρ της συνέχισης της καταβολής των αγροτικών ενισχύσεων για τη διατήρηση του πληθυσμού στις αγροτικές περιοχές που είναι ένα βασικό ζητούμενο για κάθε αναπτυξιακή πολιτική υπό τις παρακάτω προϋποθέσεις:
  1. Διαφάνεια. Δημοσιοποίηση όλων των ενισχύσεων για ΚΑΘΕ δικαιούχο μαζί με την έκταση/ ζώα που αντιστοιχούν στις ενισχύσεις στην ιστοσελίδα του ΟΠΕΚΕΠΕ και ελεύθερη πρόσβαση σε όποιον επιθυμεί. Αυτό βέβαια απαιτεί καλύτερη οργάνωση του ΟΠΕΚΕΠΕ και διορισμό σοβαρών ανθρώπων στη διοίκησή του.
     
  2. Ορθή περιβαλλοντική διαχείριση (αυτό που λέγεται πολλαπλή συμμόρφωση) δηλαδή διατήρηση αγροτεμαχίων – ζώων σε καλή κατάσταση σύμφωνα με φιλο-περιβαλλοντικούς κανόνες.
Το ελάχιστο της έκτασης το οποίο προτάθηκε είναι δύσκολο να εφαρμοστεί (π.χ. 1 στρέμμα θερμοκηπίου έχει τελείως διαφορετική αξία από 1 στρέμμα σιταριού). Είναι καλύτερη η καθιέρωση ενός ελάχιστου ποσού ενίσχυσης (π.χ. πάνω από 250€) ώστε να αποφευχθεί η γραφειοκρατική επιβάρυνση των υπηρεσιών. Επίσης σημαντικό θεωρώ την περικοπή ποσών σε μεγάλες αγροτικές ενισχύσεις (πχ πάνω από 100.000€ ετησίως) που συνήθως είναι αυτές που μετατρέπονται σε είδη πολυτελείας. Τα ποσά που περικόπτονται θα μεταφέρονται σε προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης.
Είναι ίσως δύσκολο να προταθεί τι μπορεί να γίνει για όσους παίρνουν αγροτικές επιδοτήσεις αλλά διαμένουν σε μεγάλα αστικά κέντρα (π.χ. Αθήνα). Θα ήταν δικαιότερο να έχουν περισσότερα προνόμια όσοι διαμένουν σε αγροτικές περιοχές (χωρίς απαραίτητα να είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες).
Στο σημείο αυτό απλώς αναφέρουμε ότι οποιαδήποτε αλλαγή στον τρόπο καταβολής των αγροτικών ενισχύσεων καθώς αυτές συνδέονται με τις γεωργικές εκτάσεις προκαλεί αλλαγή στην αξία της γεωργικής γης.

Αναδασμός - Συνενώσεις

Ο αναδασμός έχει αποφέρει πολύ μικρά αποτελέσματα και δεν είναι σε θέση να συμβάλει αποφασιστικά στην αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής γεωργίας. Πέρα από την ελιτίστικη νοοτροπία των παραγωγών ¨σκοντάφτει¨ και στο γεωγραφικό ανάγλυφο (απουσία μεγάλων πεδιάδων). Επιπλέον ο αναδασμός αντιμετωπίζει το πρόβλημα του πολύ-τεμαχισμού της ελληνικής γεωργίας και όχι το μικρό μέγεθος. Και για το πρώτο όμως ο αναδασμός οδηγεί σε πολύ-τεμαχισμό χωρίς αλλαγή του κληρονομικού δικαίου (π.χ. μεταβίβαση ολόκληρης της εκμετάλλευσης στον αρχαιότερο ή στον απόγονο που θα συνεχίσει το γεωργικό επάγγελμα). Διαφορετικά διαιωνίζεται ο καταμερισμός της αγροτικές εκμετάλλευσης.
Από την άλλη είναι πολύ αποτελεσματικότερη η κοινή διαχείριση είτε αγροτεμαχίων (ενοικίαση από έναν ή οργάνωση σε ομάδες παραγωγών) ή και παραγωγής (π.χ. κοινή άλεση στα ελαιοτριβεία).

Δασώσεις Γεωργικών Γαιών 

Το μέτρο αυτό, όπως εφαρμόστηκε τα προηγούμενα χρόνια, αφορούσε γεωργικές εκτάσεις μειωμένης παραγωγικότητας που ούτως ή άλλωστε δεν καλλιεργούνταν συστηματικά. Το πρόβλημα εστιάζεται στο ότι έχει δοθεί έμφαση στη δάσωση γεωργικών γαιών με 5 φορές μεγαλύτερο προϋπολογισμό από ότι η δάσωση μη γεωργικών εκτάσεων. Ο οικονομικός αυτός καταμερισμός πρέπει, να αντιστραφεί ώστε να δοθεί προτεραιότητα στη δάσωση πρόσφατα καμένων εκτάσεων. Άλλωστε το μέτρο για τις δασώσεις γεωργικών γαιών εφαρμόζεται από το 1988 οπότε έχει πλέον μειωμένη αποτελεσματικότητα. Δεδομένου ότι καλύπτονται τα έξοδα αρχικής φύτευσης και συντήρησης για μια 15ετία, πέραν της περιβαλλοντικής του σημασίας, το μέτρο φέρνει ένα μικρό έσοδο (και άρα κίνητρο) στις οργανώσεις που θα ασχοληθούν. Κλειδί στην υπόθεση είναι οι φορείς ελέγχου και τέτοιο ρόλο μπορούν να αναλάβουν οι περιβαλλοντικές οργανώσεις σε συνεργασία με τα τοπικά δασαρχεία. Οι φορείς ελέγχου (πχ η WWF) θα πληρώνονται για την εργασία που προσφέρουν που με τη σειρά τους θα την μετατρέψουν σε προσλήψεις δασολόγων και άλλου επιστημονικού προσωπικού για τους πραγματοποιούμενους ελέγχους. Όσον αφορά τα επιλεγόμενα είδη προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στο είδος που υπήρχε στην περιοχή.

Γενετικά Τροποποιημένοι Οργανισμοί

Γενικά είμαστε αντίθετοι στην εισαγωγή των ΓΤΟ στην ελληνική γεωργία καθώς οι κίνδυνοι που εγκυμονούν δεν αφορούν το ίδιο το γονίδιο αλλά τον τρόπο με τον οποίο αυτό εισάγεται στο κάθε φυτό. Υπάρχει ακόμα μεγάλη αβεβαιότητα για τις επιπτώσεις που έχουν τα φυτά αυτά σε ανθρώπινη υγεία και περιβάλλον δεδομένου ότι οι μελέτες ασφάλειας υποβάλλονται από τις ίδιες εταιρείες που τα παρασκευάζουν οπότε υπάρχουν βάσιμοι φόβοι για την ορθότητα των στοιχείων τους. Επιπλέον, όπως σωστά επισημαίνεται, υπάρχει ουσιαστικό ζήτημα στον έλεγχο της έρευνας και της σποροπαραγωγής (άρα και της γεωργίας γενικότερα) από έναν μικρό αριθμό πολυεθνικών κολοσσών. Πιο απλά θα έλεγα ότι η ελληνική γεωργία δεν τα χρειάζεται. Το μοντέλο της γεωργίας που πρέπει να στηριχθούμε είναι η προώθηση των παραδοσιακών προϊόντων, ΠΟΠ-ΠΓΕ, βιολογικών μέσω των εγχώριων ποικιλιών. Ακόμα και αν προωθηθούν σε όλες τις άλλες χώρες της Ε.Ε. η Ελλάδα θα πρέπει να μείνει εκτός και ιδανικά τα ελληνικά προϊόντα να συνδεθούν στις ξένες αγορές με τα μη τροποποιημένα.

Οργανισμοί

Ο ΟΓΕΕΚΑ – Δήμητρα είναι υπεύθυνος για την εκπαίδευση των αγροτών και τελευταία προτάθηκε η συγχώνευση του με το Ινστιτούτο Γεωπονικών Επιστημών. Πιστεύουμε ότι είναι από τα σημαντικότερα σφάλματα της πολιτικής για τη γεωργία. Ο οργανισμός έχει μια καλή περιφερειακή οργάνωση αλλά η αδιαφορία της διοίκησης του οδήγησε στην πλήρη απαξίωσή του.   Το δε ΕΘΙΑΓΕ (Φορέας Αγροτικής Έρευνας στην Ελλάδα) είχε διατελέσει σημαντικό έργο στο παρελθόν αλλά εγκαταλείφθηκε παντελώς. Η εκπαίδευση και η έρευνα είναι σημαντικότατοι πυλώνες για την αγροτική ανάπτυξη και δεν μπορούν να υποκατασταθούν επαρκώς από την ιδιωτική πρωτοβουλία. Είναι σημαντικό να αναζωογονηθούν και να αξιοποιηθούν κοινοτικοί πόροι που υπάρχουν διαθέσιμοι για την πρόσληψη επιστημονικού προσωπικού.

Προγράμματα Αγροτικής Ανάπτυξης


Η παλιά μορφή των συνεταιρισμών έχει χρεοκοπήσει παντελώς. Πρέπει να δοθεί η δυνατότητα σε ευέλικτες ομάδες παραγωγών να μπορούν να δημιουργηθούν χωρίς γραφειοκρατικές δυσκολίες και η ένταξη τους σε προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης να συνδυάζεται ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ με των πρόσληψη επιστημονικού γεωτεχνικού ή κατάλληλοι διοικητικού προσωπικού που λείπει από τον αγροτικό χώρο. Κυριότερα όμως πρέπει να συνδυάζεται κάθε ενίσχυση με απτά αποτελέσματα διαφορετικά το ποσό κρατικής ενίσχυσης πρέπει να επιστρέφεται στο κράτος. Κλασσικές περιπτώσεις οι αδρές ενισχύσεις για την ανάπτυξη δικτύων ιχνηλασιμότητας στο ελαιόλαδο χωρίς να κυκλοφορεί στην αγορά ούτε ένα μπουκάλι ιχνηλάσιμου ελαιολάδου από τα προγράμματα αυτά.

Θα κλείσουμε με δυο επιτυχημένα παραδείγματα στη γεωργία, ένα ιδιωτικής και ένα συνεταιριστικής πρωτοβουλίας:

Η Agrino είναι μια ιδιωτική βιομηχανία του Αγρινίου που τυποποιεί και εμπορεύεται ελληνικά όσπρια και ρύζι. Στο πλαίσιο αναδιάρθρωσής της εφάρμοσε πρόγραμμα ιχνηλασιμότητας στα προϊόντα της, συμβολαϊκή γεωργία με κάποιους παραγωγούς και κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής στις καλλιέργειες των παραγωγών της. Οι παραγωγοί της έχουν συνεχή γεωπονική στήριξη, παροχές όπως εκπαιδευτικά σεμινάρια και εκπαιδευτικά ταξίδια στο εξωτερικό καθώς και υψηλότερες και εξασφαλισμένες τιμές σε σχέση με άλλους παραγωγούς. Οι εκτάσεις που κατέχουν είναι αρκετά μεγαλύτερες από τον ελληνικό μέσο όρο και προέρχονται από ενοικιάσεις αγροτεμαχίων ή συνενώσεις συγγενικών γεωργικών εκμεταλλεύσεων. Η Agrino με την εφαρμογή της ιχνηλασιμότητας (όνομα παραγωγού σε κάθε προϊόν) αύξησε το μερίδιο της αγοράς από 30 στο 40%.

Η ΕΑΣ Κριτσάς είναι ένας πρωτοβάθμιος συνεταιρισμός στο Λασίθι της Κρήτης. Πρόσφατα βραβεύτηκε με το χρυσό βραβείο του καλύτερου ελαιολάδου στον κόσμο από το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου. Στις εγκαταστάσεις εφαρμόζει κοινή άλεση των ελιών σε όλους τους παραγωγούς, τυποποιεί το ελαιόλαδο της και το εξάγει κυρίως στο εξωτερικό σε πολύ καλές τιμές τις οποίες μεταφέρει και στα μέλη της. Εφαρμόζει προγράμματα ορθών γεωργικών αλλά και βιομηχανικών πρακτικών σε όλη την αλυσίδα παραγωγής ενώ επιβλέπει κάθε καλλιεργητική εργασία (πχ δακοκτονία).

Κανένας από τους δύο δεν βασίστηκε σε κρατικές ενισχύσεις ή «συνδικαλιστική βοήθεια». Και στις δυο περιπτώσεις οι παραγωγοί βασίστηκαν στις δυνάμεις τους και στην τεχνογνωσία εμπειρογνωμόνων και ειδικών σε κάθε θέμα. Πιστεύουμε ότι κάθε πετυχημένο παράδειγμα πρέπει να αναλύεται και να βρίσκονται τα κοινά χαρακτηριστικά που οδηγούν στην επιτυχία.

Βιβλιογραφία - Ενδεικτικές Πηγές - Σημειώσεις 
Πληροφορίες για το Κοινό Πλαίσιο Αξιολόγησης: 
http://www.eipa.eu/en/topics/show/&tid=191 
http://www.eipa.eu/files/File/CAF/Brochure2006/Greek_2006.pdf 
http://www.gspa.gr/%287504323574968214%29/eCPortal.asp?id=3771&nt=19&lang=1&pID=235&p2ID=811&lang=1 

Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο: 
http://www.conventions.coe.int/Treaty/EN/Treaties/PDF/176-Cypriot.pdf 
http://conventions.coe.int/Treaty/en/Treaties/Html/176.htm 

Περί στερεών αποβλήτων: 
http://www.mnec.gr/export/sites/mnec/el/synoxi/ts/diaxeirisi_stereon_apovliton.doc
(συνοπτικό έγγραφο 2006 με αρμοδιότητες κάθε φορέα) 
http://www.eedsa.gr/Contents.aspx?CatId=97
(περιληπτικά η παρούσα κατάσταση, 2009)


Περί επικινδύνων αποβλήτων: 
http://www.eedsa.gr/Contents.aspx?catid=477&lang=gr&View=8 (9/2009) http://www.express.gr/news/ellada/209576oz_20090910209576.php3
Ο Εθνικός Σχεδιασμός Επικινδύνων Αποβλήτων δεν έχει εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και πρόσφατα υπήρξε καταδίκη της Ελλάδας από το ΔΕΚ.

Περί της αρχής της επικουρικότητας: 
http://en.wikipedia.org/wiki/Subsidiarity

Δεν υπάρχουν σχόλια: